αναπροσαρμόζω


αναπροσαρμόζω
αναπροσαρμόζω, αναπροσάρμοσα βλ. πίν. 35

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναπροσαρμόζω — προσαρμόζω εκ νέου …   Dictionary of Greek

  • μεθαρμόζω — (Α μεθαρμόζω και αττ. τ. μεθαρμόττω) μεταβάλλω, αναπροσαρμόζω, μετατρέπω, αλλάζω αρχ. 1. μεταβάλλω κάτι, ιδίως προς το καλύτερο, διορθώνω, επανορθώνω («παρελθὼν ἐς μέσους ὁ Μᾱρκος οὕτω τι μεθήρμοσε τοὺς Μεγαρέας», Φιλόστρ.) 2. μέσ. μεθαρμόζομαι… …   Dictionary of Greek